Κρητικό Λεξικό › Όλες οι λέξεις
Όλες οι λέξεις
281 κρητικές λέξεις, η καθεμιά με την πηγή της.
Α
- αγάλισιγά
- αγιοδημητράκιχρυσάνθεμο
- αζώντανοςζωντανός
- αθηβολήνοσταλγική ανάμνηση, έγνοια
- αθόςτο λουλούδι, ο ανθός
- άθοςστάχτη
- άθρωποςο άνθρωπος
- αϊβά / αηβάκυδώνι
- αίγακατσίκα
- αλαμπίριποιος ξέρει
- αλάργομακριά
- άμεπήγαινε
- αμοναχόςμοναχός, μόνος
- αμπλάαδερφή
- αμπώθωσπρώχνω
- ανερούβαλοςαπρόσεκτος
- ανυφαντούη έμπειρη υφάντρα που διορθώνει μόνη της τα λάθη της
- απεναντινόςαυτός που μένει απέναντι
- απίδιαχλάδι
- απιδιά / απιδέαχλαδιά
- αποσπεροβόσκωβόσκω το βράδυ
- απύριθειάφι
- αραγιάόσο γάλα χωρά ένας αραγός
- άραγοςμικρός ασκός από δέρμα κατσικιού ή αρνιού
- αργαστήριο αργαλειός, ιδίως ο οριζόντιος κρητικός
- αργαστηροδιάστραέμπειρη υφάντρα
- αρμινεύγωσυμβουλεύω
- ασκελοριζώνωαναπτύσσομαι και ριζώνω
- ατζιρίτιτρεχάλα
- ατσέλεγοςσπουργίτης
- αφορδακόςβάτραχος
Β
- βαργιόςβαρύς
- βαρήχνωτραυματίζομαι
- βέραανακωχή, συμφιλίωση
- βιόλαόμορφο λουλούδι
- βούιβόδι
- βούργιαυφαντός σάκος που κρέμεται από λουριά, ταγάρι
- βρίχνωβρίσκω
- βρούχοςδυνατός βαρύς θόρυβος
Γ
- για μιαςαμέσως
- γιαγερμόςεπιστροφή
- γιαγέρνωεπιστρέφω
- γιάεκοίτα
- γιαίνωγίνομαι καλά
- γιάνταγιατί
- γίβενταντροπές
- γκαϊφέςκαφές
- γλακώτρέχω
- γλυκιόςγλυκός
- γουρλήςτυχερός
- γραίνωβρέχω
- γραντώεξαντλούμαι
- γροικώακούω
- γρυλώνωγουρλώνω τα μάτια
Δ
Ε
- έγγαλοςζώο που δίνει γάλα
- εδάτώρα
- εκειάεκεί
- εκειέεκεί
- εμιλιάομιλία
- εμπίτησετελείωσε
- εξάη ησυχία μου
- επαέεδώ
- εργώκρυώνω
- ετσάέτσι
- εφτάζυμαψωμί χωρίς προζύμι
- έχνοςζώο
Ζ
Θ
- θέλω (να + ρήμα + θέλω)βοηθητικό του μέλλοντα μετά το κύριο ρήμα: «να πάω θέλω» αντί «θα πάω»
- θέτωπλαγιάζω, ξαπλώνω για ύπνο
- θρουλώθρυμματίζω
- θωριάματιά, όψη
- θωρώβλέπω
Ι
Κ
- καβρόςκάβουρας
- καερέτιυπομονή, βοήθεια
- κακοποδίδωκαταντώ
- κακοτερένιοςκαχεκτικός
- κακοφορούμαιυποψιάζομαι κάτι κακό
- καλιάκαλύτερα
- καλιά'χωπροτιμώ
- καλιμέντοπροκοπή
- καλοστραθιάκαλό ταξίδι
- καλουπαξήςπρόκριτος του χωριού
- καμνυώκλείνω τα μάτια από νύστα
- κάσεςλεκέδες, βρωμιές
- καταδιάκατάντια
- κατέχωξέρω
- κάτηςγάτα
- κατσούλιγατάκι
- κατσούναμπαστούνι
- κάψαζέστη
- καψώνομαιζεσταίνομαι
- κεντώκαίγομαι
- κενώνωσερβίρω
- κερχανέςπαλιό ελαιοτριβείο· εργαστήριο
- κιρκιμίσιπικροδάφνη με κόκκινα άνθη
- κλαδευτήραςκλαδευτήρι
- κοίτομαικοιμάμαι, είμαι ξαπλωμένος
- κοκοσάλιχαλάζι
- κοντόάραγε
- κοπέλιτο παιδί, συνήθως το αγόρι
- κοπελιάτο κορίτσι
- κορνιάζωμουδιάζω
- κορύζασαδίψασα
- κουζουλάδατρέλα
- κουζουλόςτρελός, παλαβός
- κουκουβίζωκάθομαι οκλαδόν
- κουλούκικουτάβι
- κουλουμούντρατούμπα
- κούμοςκοτέτσι
- κουνενόςπήλινο μονόχερο δοχείο για υγρά
- κουράδιτο κοπάδι ζώων
- κουτουλώχτυπώ με το κεφάλι
- κουτουρούχοντρικά, κατ' αποκοπή
- κουτσούνακούκλα
Λ
- λαντουρώκαταβρέχω
- λιανόςλεπτός
- λιγομαριάζομαιλιποθυμώ
- λιδαραγόςαραγός για λάδι
- λιοπάνιπανί για τη φύλαξη των ελιών
- λογοσταίνομαιαρραβωνιάζομαι
- λυχνώσκορπίζω στον αέρα
Μ
- μαγαρίζωλερώνω
- μαδάραγυμνή ορεινή περιοχή
- μαζώνωμαζεύω
- μαλιέςκαβγάδες
- μαλιχουλέςφασαρία
- μανίζωθυμώνω
- μαντρατζήςβοηθός του βοσκού
- μαντρίζωκλείνω στη μάντρα, περιορίζω
- μαργώνωμουδιάζω από το κρύο
- μελίτακαςμυρμήγκι
- μενεξελίμενεξεδί χρώμα
- μικιόςμικρός
- μισερόςσακατεμένος
- μισεύγωφεύγω
- μιτσόταπαιδική ηλικία
- μολέρνωαφήνω ελεύθερο
- μουρέλονεαρό φυτό ελιάς
- μπαλωθιάπυροβολισμός
- μπάνταπλευρά
- μπεγεντίζωμου αρέσει
- μπεγίριτο άλογο
- μπέτηςστήθος
- μπιτίζωτελειώνω
- μπλιόπια
- μπουζνάρα / μπουζουνάρατσέπη, πουγκί
- μπουφετζήςκαφετζής
- μυζηθραραγόςαραγός για μυζήθρα
Ν
- νομάτοιάνθρωποι
- νταγαρτζίκιποιμενική τσάντα από δέρμα κατσικιού
- νταγιαντώαντέχω
- ντακέρνωαρχίζω
- ντάσκαδερμάτινος σάκος για επισκευή παπουτσιών
- ντελικανήςνέος άντρας (σημασία από KONAT χάρτη «νεαρός», μορφή dεnikalís)
- ντελόγοαμέσως
- ντίπικαθόλου
- ντόδιαδόντια
- ντουκιάνιτο μαγαζί· συχνά το καφενείο του χωριού
- ντρέταίσια
Ξ
Ο
- ογλήγοραγρήγορα
- οζόζώο
- όιόχι
- οπέρσιςπέρσι
- όρθακότα
- όρνιθαη κότα
- οφανόςφλόγα
- οφέτοςφέτος
- οφτόψητό στα κάρβουνα
- όχεντραοχιά
- οψάργαςχθες το βράδυ
- οψέςχθες
Π
- παντέρμοςκαημένος
- παντίχνωσυναντώ
- παραμάναμαμή
- παραστιάτζάκι
- παρατήρημαπρόληψη, κακός οιωνός
- πάσκωπροσπαθώ
- πατανίαυφαντό κάλυμμα κρεβατιού
- πατούλιαπαρέα
- παχιόςπαχύς
- πέμπωστέλνω
- πηλάλάσπες
- πισωνύχιτο πλήκτρο του πετεινού
- ποθαίνωπεθαίνω
- ποθέςπουθενά
- πορόλαγκοςτο στόμιο του λαγκαδιού
- πόρτεγοη μεγάλη επίσημη σάλα του σπιτιού
- πούγκακαταφύγιο
- πουσουνιάψώνια
- πράματίποτα
- πρικιόςπικρός
- πυροβόλοςο αναπτήρας, το τσακμάκι
- πυρώνωζεσταίνω
Ρ
- ρασόβρακαη καθημερινή φαρδιά ανδρική βράκα
- ρέγομαιεπιθυμώ ή χαίρομαι (σημασία ασαφής)
- ριφάκικατσικάκι
- ροδαράτριανταφυλλιά
- ρούνιακουρέλια
Σ
- σάζωφτιάχνω
- σάικαοπωσδήποτε
- σαΐταη σαΐτα του αργαλειού
- σαΐτταφραντζόλα ψωμιού
- σαλεύγωκινούμαι
- σάντολοςνονός
- σαρίκιτο ανδρικό μαντήλι του κεφαλιού με κρόσσια
- σασμόςσυμβιβασμός, διευθέτηση διαφοράς
- σιλτές / σελτέςλεπτό στρώμα
- σκαιβόςαδέξιος, ακοινώνητος
- σμίγωσμίγω, κάνω παρέα
- σόκαιροςσυνομήλικος
- σόπατοίσωμα
- σπιθούριαπυγολαμπίδες
- σπολλάτηευχή για πολλά χρόνια
- στάξηλίγο, λίγη ώρα
- σταφυλέχρονιά με μεγάλη σοδειά σταφυλιών
- στιβάνικρητική ψηλή μπότα
- στράταδρόμος
- σύλλαθοςκάτι εντελώς λάθος
- σύναχοςσυνάχι, κρυολόγημα
- σύντεκνοςκουμπάρος από βάφτιση
- συντρέμωβοηθώ
- σφιχτομανταλώνωκλειδώνω σφιχτά
Τ
- τάβλασανίδα
- ταχιάαύριο, μιαν άλλη φορά
- τζάρουκαςλαρύγγι
- τζισβέςμπρίκι
- τζυμπραγόςδίδυμος
- τόπικανόνι· ρολό υφάσματος
- τουτούνικαπνός, τσιγάρο
- τουτουντζήςγυρολόγος
- τράστοδερμάτινο σακίδιο
- τρατέρνωκερνώ
- τροζόςτρελός
- τρούλακορυφή
- τσαικαι
- τσαΐλιχαλίκι
- τσητης (άρθρο)
- τσιτους, τις (άρθρο)
- τσινώκλοτσώ
- τσίτααγκάθι
- τσούλικουρέλι
- τσουρώπέφτω και κατρακυλώ
- τυροκομειότα γαλακτοκομικά προϊόντα (τυρί, μυζήθρα)
- τυχαίνειπρέπει, ταιριάζει
Φ
- φαμέγιοςυπηρέτης
- φασκιάη φάσα με την οποία τύλιγαν το μωρό
- φασόλεςφασόλια
- φαώνομαικουράζομαι
- φιλιότσοςβαφτιστικός
- φλέμοναςπνεύμονας
- φτενόςλεπτός
Χ
- χαλκιάςσιδεράς
- χαράκιμεγάλος βράχος
- χέραχέρι
- χιράμιυφαντό κάλυμμα για κρεβάτι και έπιπλα
- χοχλακώκοχλάζω, βράζω
- χοχλιόςτο σαλιγκάρι
- χτήμαο γάιδαρος (και το μουλάρι)
- χώνομαικρύβομαι
- χωστάκρυφά